Μελέτη πεδίου

meleti pediou

Μία από τις στρατηγικές μάθησης που εφαρμόζουν οι καθηγητές των Φυσικών (κυρίως) Επιστημών, είναι και Μελέτη πεδίου (Field study) ή Εκδρομή στο πεδίο (Field trip). Στην συγκεκριμένη έρευνα ο L. Marques και οι συνεργάτες του από το Τμήμα Διδακτικής κι Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας, του Πανεπιστημίου Aveiro της Πορτογαλίας, προσπαθούν να διαπιστώσουν τα οφέλη και τα προβλήματα που προκύπτουν από την εν λόγω δραστηριότητα. Η προσέγγιση γίνεται με έμμεσο τρόπο, καθώς μετά από ένα σεμινάριο καθηγητών Γεωλογίας & Φυσικών Επιστημών οι επιστήμονες συλλέγουν πληροφορίες που προέρχονται από τους μαθητές των καθηγητών κι όχι από τους ίδιους τους καθηγητές καθώς οι τελευταίοι θα μπορούσαν με τις προσωπικές τους απόψεις κι αντιλήψεις να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της έρευνας.

Τα αποτελέσματα δείχνουν πως αν και το σύνολο των μαθητών τάχθηκε υπέρ των δραστηριοτήτων στο πεδίο, υπήρξε όμως ένας μικρός αριθμός ατόμων που επεσήμαναν αδυναμίες στην οργάνωση και την καθοδήγηση, κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας. Η πρώτη παρατήρηση ήταν πως οι μαθητές είχαν ενημερωθεί ή προετοιμαστεί ελάχιστα για την εργασία καθώς δεν τους είχαν δοθεί πλήρεις οδηγίες από τους καθηγητές τους. Παραδείγματος χάριν, δεν είχαν γίνει (ή είχαν γίνει μικρής έκτασης) συζητήσεις στην τάξη σχετικά με τους στόχους της δραστηριότητας στο πεδίο καθώς επίσης και τις εργασίες που θα έπρεπε να επιτελέσουν κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας. Ομολογουμένως, τα συγκεκριμένα θέματα συζητήθηκαν με τους μαθητές, όμως όταν αυτοί έφθασαν στην περιοχή όπου θα λάμβανε χώρα η εργασία τους. Αναπόφευκτα, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος ο οποίος θα μπορούσε να διατεθεί για την εργασία στο πεδίο. Το εύρος των δραστηριοτήτων που έγιναν κι ολοκληρώθηκαν στο πεδίο, φαίνεται να ήταν ικανοποιητικό, γεγονός που δείχνει το ενδιαφέρον των μαθητών να δράξουν της ευκαιρίας που τους δόθηκε ώστε να αναπτύξουν και να εξασκήσουν τις επιστημονικές τους δεξιότητες. Παρόλα αυτά, οι μαθητές τελικά προτιμούσαν να φέρουν σε πέρας τις ίδιες δραστηριότητες και καθήκοντα, αντί διαφορετικών αναθέσεων σε διαφορετικές ομάδες μαθητών, έτσι ώστε στο τέλος να έχουν τη δυνατότητα να μοιράσουν και να συγκρίνουν, τις παρατηρήσεις τους και τα ευρήματά τους.

Η παρατήρηση αυτή τελικά αποδείχθηκε αναγκαιότητα, αφού μετά τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο θα έπρεπε να ακολουθήσει επεξεργασία τους στην τάξη. Επιπρόσθετες μελέτες στα δείγματα που συλλέχθηκαν, με τη μορφή επιπρόσθετων δοκιμασιών, ήταν πολύ σπάνια, καθώς ο επιπλέον χρόνος αφιερώθηκε στην αναζήτηση επιστημονικής βιβλιογραφίας. Οι απόψεις των μαθητών σχετικά με τις γνώσεις που έλαβαν κατά τη δραστηριότητα στο πεδίο ήταν γενικά θετικές. Οι περισσότεροι συμφώνησαν πως το πεδίο τους προσέφερε νέες πληροφορίες σχετικά με την κατανόηση των γεωλογικών φαινομένων. Αν και η πλειοψηφία των μαθητών παρατήρησε πως τα φαινόμενα που μελέτησαν στο πεδίο τα είχαν διδαχθεί και στο μάθημα, μέσα στην τάξη. Αυτή η παρατήρηση οδήγησε μερικούς μαθητές να διατυπώσουν την άποψη πως ο χρόνος που δαπανήθηκε στην δραστηριότητα πεδίου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για άλλες δραστηριότητες μάθησης. Μολοταύτα, η πληθώρα των μαθητών αισθάνθηκε πως η εργασία στο πεδίο τους πρόσφερε νέες γνώσεις για τα γεωλογικά φαινόμενα. Οι μαθητές επίσης εκφράστηκαν θετικά για τη δυνατότητα που τους πρόσφερε η εργασία στο πεδίο για να καλλιεργήσουν και να αναπτύξουν καλύτερα τις διαπροσωπικές τους σχέσεις καθώς επίσης και να μάθουν να δουλεύουν ανεξάρτητα από τον καθηγητή τους.

Αρκετά αποτελέσματα από διαφορετικά σκέλη της έρευνας αλληλοεπιβεβαιώνονται και οδηγούν στο γενικό συμπέρασμα πως η εργασία στο πεδίο έχει αρκετά θετικά αποτελέσματα και πολύτιμες όψεις. Επιπλέον, εντοπίζονται σημεία που απαιτείται βελτίωση. Τα δύο πιο αξιοπρόσεκτα συμπεράσματα είναι:

  • η ανάγκη να προετοιμάζονται καλύτερα οι μαθητές για τις εργασίες που πρόκειται να φέρουν εις πέρας στο πεδίο
  • η ανάπτυξη και εφαρμογή στρατηγικών από τους καθηγητές που θα ενισχύουν τη διάθεση των μαθητών για συνεργασία κι ανάθεση επιπλέον δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια της εργασίας στο πεδίο

Θα πρέπει μάλιστα να ειπωθεί πως κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου, είχε επισημανθεί (θεωρητικά και με συζήτηση) στους καθηγητές η μεγάλη σημασία αυτών των δύο σημείων, κατά τη διάρκεια μίας δραστηριότητας στο πεδίο. Το αποτέλεσμα της έρευνας δείχνει προφανώς πως η μεταφορά της θεωρητικής γνώσης στην πράξη δεν είναι μία αυτόματη διαδικασία. Αντιθέτως απαιτείται να δοθεί χρόνος στους καθηγητές για να υιοθετήσουν τα νέα δεδομένα και να τα εφαρμόσουν. Πρόκειται για μία παρατήρηση που οι σχεδιαστές των αναλυτικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων επιμόρφωσης θα πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψιν. Η εν λόγω μελέτη δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Research in Science & Technological Education, Vol. 21, No. 2, November 2003.

Αρέσει σε %d bloggers: