Το κουτσομπολιό μπορεί να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο για συμμαχία με άλλους

kutsompolio

Σύμφωνα με τον δεκαπεντάχρονο Σέλντον Φορτ, δεν περνάει ούτε μία μέρα να μην ακούσει τους μαθητές του να συζητάνε στο πίσω θρανίο, μέσα στην τάξη. Σε ένα πρόσφατο γεγονός, ένας φίλος του Φορτ του είπε πως ένα κορίτσι, που ήταν καινούριο στο σχολείο και είχε αρχίσει να γίνεται δημοφιλής, ήταν έγκυος. Βέβαια η φήμη αποδείχθηκε ψευδής, αλλά εκείνοι που τη διέδωσαν κατόρθωσαν να βλάψουν την κοινωνική θέση και τα συναισθήματα του κοριτσιού. Ο Φορτ λέει: «πιθανώς ένοιωσαν φόβο για αυτή: ένα νέο κορίτσι που γρήγορα αποσπά την προσοχή των άλλων. Την λασπολόγησαν για να την κάνουν να φανεί λιγότερο ελκυστική». Περιστατικά σαν αυτό που περιγράφει ο Φορτ, όταν κουτσομπολιό και φήμη χρησιμοποιούνται για κακόβουλους σκοπούς, αποτελούν μάλλον τις εξαιρέσεις, αναφέρει η Δρ. Μάρθα Πουταλάζ, καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ντιούκ που μελετά το κουτσομπολιό μεταξύ των παιδιών.

«Φαίνεται πως η κοινωνική επιθετικότητα είναι μια συμπεριφορά που πραγματικά βλάπτει τα παιδιά», αναφέρει η Μάριον Άντεργουντ , καθηγήτρια ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Τέξας, στο Ντάλας. «Η μοναξιά, το άγχος και η κατάθλιψη είναι πιο έντονα σε τόσο στα παιδιά που κουτσομπολεύουν αρκετά συχνά όσο και στα παιδιά που πέφτουν θύματα αυτή της διαδικασίας τόσο συχνά». Εντούτοις, η έρευνα προτείνει ότι πολλά υγιή παιδιά – και ίσως μερικοί ενήλικες – εμπλέκονται σε κακόβουλα κουτσομπολιά, καθώς η διαδικασία αυτή αποτελεί έναν αποτελεσματικό τρόπο κάποιος να είναι επιθετικός χωρίς το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει κοινωνικές κυρώσεις. «Αυτό που κάνει το κουτσομπολιό ενδιαφέρον, είναι ότι περπατά κάποιες πάνω στη γραμμή μεταξύ αυτό που είναι κι αυτού που δεν είναι αποδεκτό. Είναι απολύτως απαράδεκτο να γρονθοκοπήσω έναν συνάδελφό μου, αλλά εάν λέω στους υπολοίπους πως πίνει πάρα πολύ, είναι λιγότερο πιθανό να υποστώ κάποιες συνέπειες», καταλήγει η Άντεργουντ.

Επιπλέον το κακόβουλο κουτσομπολιό μπορεί να βελτιώσει την κοινωνική θέση κάποιου εις βάρος κάποιων άλλων, σύμφωνα με έρευνα του Δρ. Αντόνιους Σίλεσεν, καθηγητή ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ. Ο Σίλεσεν μελέτησε 905 παιδιά ηλικιών 10 – 14, ζητώντας τους κάθε έτος να ταξινομούν τα άλλα παιδιά από άποψη συμπάθειας, δημοτικότητας και κοινωνικής επιθετικότητας. Τα παιδιά που αξιολογήθηκαν από τα άλλα ως «κοινωνικά επιθετικά» – εκείνα παραδείγματος χάριν, που διέδιδαν κουτσομπολιά για τους συμμαθητές ή απέκλειαν σκοπίμως τα άλλα από το παιχνίδι – ήταν και τα δημοφιλέστερα, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Child Development (2004, Τόμος 75, Αριθ. 1, σελ.147 – 163).

«Το κουτσομπολιό μπορεί να ενισχύσει την κοινωνική θέση των παιδιών επειδή με την ομιλία τους για κάποιο που δεν είναι παρών, οι κουτσομπόληδες διαμορφώνουν κοινωνική συμμαχία. Εάν εκείνη η συζήτηση είναι αρνητική, το θέμα του κουτσομπολιού αποκλείεται ρητά από τη νέα συμμαχία. Παραδείγματος χάριν, μια ομάδα αγοριών που μιλούν για κάποιο που κλαίει συνέχεια, παραδέχεται ταυτόχρονα πως η δικιά τους είναι μία ομάδα που δεν έχει παιδιά που κλαίνε συνέχεια», λέει η Άντεργουντ. «Τα παιδιά που αποκλείουν στρατηγικά άλλα, μπορούν κατά αυτόν τον τρόπο να είναι σε θέση να κουτσομπολέψουν προκειμένου να επιτύχουν αναρρίχηση στην κοινωνική σκάλα. Οι ενήλικες μπορούν επίσης να χρησιμοποιήσουν τέτοιες στρατηγικές από καιρό σε καιρό, αν κι είναι πιθανό να το κάνουν με λεπτότερους τρόπους, και να έχουν πολλαπλάσιους στόχους με μόνο μία περίπτωση κουτσομπολιού», καταλήγει ο Σίλεσεν. «Η συνεργατική φύση του κουτσομπολιού μπορεί να μας βοηθήσει να εξηγήσουμε τη δύναμή του στο να δημιουργεί αποκλειστικές, κοινωνικές ομάδες», σημειώνει η Δρ. Ντόνα Έντερ, καθηγήτρια κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο της Ιντιάνα.

Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση American Sociological Review (Τόμος 54, Αριθ. 4, σελ. 494 – 508), η Έντερ κι οι συνάδελφοί της κατέγραψαν τις συνομιλίες κατά την ώρα μεσημεριανού γεύματος 78 μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με την άδειά τους. Διαπίστωσαν πως όταν ένας έφηβος έλεγε ένα πρωτότυπο κουτσομπολιό, το 80% των παρευρισκομένων αποκρίνονταν ενθαρρυντικά. Βέβαια στην συνέχεια θα προσπαθούσαν να επιβεβαιώσουν την δοθείσα πληροφορία – «Η Τίνα έχει σχέση» – ή να την εμπλουτίσουν περισσότερο. «Τελικά, μόλις ένα άτομο δεχθεί τη νέα πληροφορία, είναι απίθανο κάποιος άλλος – ένα τρίτο ή ένα τέταρτο πρόσωπο στην ακολουθία της συζήτησης – να διαφωνήσει. Από την άλλη αν κάποιος στην αρχή της συνομιλίας διαφωνήσει, είναι πιθανότερο να διαφωνήσουν κι άλλα άτομα στη συνέχεια. Αυτό μπορεί να συμβεί τόσο στους μαθητές όσο και στους ενηλίκους. Αυτό που έμαθα από την παρούσα μελέτη είναι πως αν ανήκετε σε μια ομάδα, και κάποιος κατακρίνεται ενώ εσείς διαφωνείτε, πείτε αμέσως την αντίρρησή σας. Κάνω το ίδιο συνεχώς σε διάφορες συζητήσεις καθώς γνωρίζω πως είναι ευκολότερο να διαφωνήσεις με ένα άτομο από το να διαφωνήσεις με ολόκληρη την ομάδα», καταλήγει η Έντερ. Η παρούσα επισκόπηση επί του θέματος παρουσιάζεται στην επιστημονική επιθεώρηση Monitor on Psychology (Τόμος 37, Αριθ. 4, 2006).

Αρέσει σε %d bloggers: