Οι «Τριλοβίτες» του Πάνκεϊκ

Ο Breece D’J Pankace, υπογράφει τη συλλογή των 12 διηγημάτων, ό,τι δηλαδή πρόλαβε να γράψει στη σύντομη ζωή των 27 χρόνων του (1952-1979). Τα διηγήματα μπορούν να αναγνωστούν ποικιλοτρόπως: η αγωνία του νέου να ξεφύγει από τη ρουτίνα και την απουσία μέλλοντος, η σκληροτράχηλη ζωή στην επαρχία, η επιτακτική ανάγκη για βιοπορισμό, οι δύσκολες συνθήκες για να στεριώσει ο έρωτας και η αγάπη, τα ιστορικά γεγονότα και οι συνήθειες που στιγματίζουν κάθε περιοχή, κ.α.

Θα μείνω, στη φυσιοκρατική αποτίμηση των διηγημάτων. Ο Πάνκεϊκ απολαμβάνει όπως φαίνεται τη ζωή στη φύση, γνωρίζει να την αποκαλύπτει και να την παρουσιάζει. Σε όλα τα διηγήματα κάπου θα εμπλέκεται κάποιος ζωντανός οργανισμός, ένα σκύλος, ένα ελάφι, κάποιο κουνέλι, ένα οπόσουμ με τα μικρά του, μία αλεπού, μία αγριόγατα, μία χελώνα-αλιγάτορας, ένα τσούρμο από σφήκες κ.α.

Και όλα έχουν ενεργό ρόλο στις αποφάσεις και στην περιγραφή των χαρακτήρων: το οπόσουμ με τα μικρά του προσπαθεί να μας αποκαλύψει την ευαίσθητη πλευρά του έφηβου Μπο, ο οποίος επιβιώνει μέσα σε έναν σκληρό κόσμο μεγάλων αντρών επιζητώντας την αναγνώριση της ταυτότητάς του. Είναι ο ίδιος που δε θα διστάσει να εναντιωθεί στην παρέα, προκειμένου να σώσει τη μικρή αλεπού.

Σε άλλο σημείο ο Μπάντι, προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στα έγκατα της Γης, εξορύσσοντας τον πολύτιμο μαύρο καρπό. Στο σπίτι, ένα τροχόσπιτο στο οποίο προσπαθεί να ζήσει ανθρώπινα, δύο θηλυκά τον περιμένουν: η αγαπημένη του Σάλι και η σκυλίτσα του Λίντι. Πάλι, εδώ βλέπουμε τον Πάνκεϊκ να αναγάγει τη σχέση του Μπάντι με τη Λίντι ως την ιδανική σχέση που θα ήθελε να έχει με τη Σάλι. Οι λάγνοι σκύλοι απομακρύνονται, το καλύτερο φαγητό είναι πάντα διαθέσιμο, στο τέλος όταν η Σάλι φεύγει σε αναζήτηση άλλης ζωής, η Λίντι πάλι θα αποτελέσει την καλύτερη συντροφιά καθώς και την ελπίδα που αναζητά ο Μπάντι μέσα στη φαινομενικά αδιέξοδη ζωή του.

Οι τριλοβίτες για τον Κόλι αποτελούν το παρελθόν που είναι καλά στοιβαγμένο σε στρώματα ζωής και προσπαθεί να το αποκαλύψει. «Η κοπέλα μπροστά μου είναι μία παλιά ιστορία. Προς στιγμήν, δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε το όνομά της, ύστερα μου έρχεται. Κάθομαι με την πλάτη στον τοίχο. Η ραχοκοκαλιά μου πονάει. Μες στους τοίχους οι σφήκες φτιάχνουν φωλιές. Τις αφουγκράζομαι, ενώ το δάχτυλό μου χαϊδεύει απαλά τον λαιμό της Τζίνι«. Ο Κόλι ποτέ δεν θα μπορέσει να εντοπίσει ένα τριλοβίτη, άλλωστε δεν έχει ανάλογες γνώσεις, θα ήθελε τα πράγματα να είχαν γίνει αλλιώς αλλά η ιστορία έχει ήδη γραφεί και δεν αλλάζει. «Βαδίζω αλλά δεν φοβάμαι. Νιώθω το φόβο μου να ξεμακραίνει, να βουλιάζει στα δαχτυλίδια του χρόνου για ένα εκατομμύριο χρόνια«.

Ο σκίουρος θα ξεγελαστεί από το κόλπο του Χόλις («… έβγαλε ένα κέρμα απ’ την τσέπη του και το έσυρε πάνω στο τραχύ κούτσουρο. Το κέρμα έκανε έναν ήχο σαν σκίουρος που ροκανίζει καρύδια.«) και θα πέσει νεκρός από τα σκάγια. Με τον τρόπο αυτό ο Χόλις θα ικανοποιήσει την ανάγκη του πατέρα του για κυνήγι. Στο αγρόκτημα είναι υπεύθυνος για όλες τις δουλειές καθώς και για τη φροντίδα των σχεδόν ανήμπορων γονέων του. Ο αδερφός του έχει τη δική του οικογένεια, ζει κάπου μακριά και στέλνει φωτογραφίες περιγράφοντας την ευτυχία του. Ο Χόλις προσπαθεί να βρει διεξόδους, φτιάχνοντας ένα πειραγμένο αυτοκίνητο, όμως η ζωή του είναι εκεί. Ριζωμένος, με τους ήχους των ζώων που ζητάνε επιτακτικά κάτι για να φάνε. Όμως, φαίνεται να απολαμβάνει την ηρεμία που του προσφέρει αυτή η ζωή: «Ο ήλιος είχε μαυρίσει απ’ το χιόνι και η κοιλάδα έσβηνε ήσυχα μ’ ένα σιγανό μουρμουρητό, ήσυχα όπως την ώρα της προσευχής«.

Τοπία γεμάτα ομίχλη, πρωινά ξυπνήματα όπου ο ήλιος ανεβαίνει στους λόφους και καβαλάει τις κορυφές, μυρωδιές που γεννούν αναμνήσεις και συνδέουν τους ανθρώπους, παιχνιδίσματα του φωτός όπου αναδεικνύονται κρυμμένες εικόνες («Ο ήλιος ζωγραφίζει φωτεινές χαρακιές στο πάτωμα«). Ο κόσμος του Πάνκεϊκ δεν είναι φανταστικός, ανύπαρκτος, ελλοχεύει μέσα στην ανθρώπινη υπόσταση που συνδιαλέγεται την προγονική μας σχέση με τη Φύση. Όπου είναι παρούσα με όλες τις δυσκολίες και τις κακουχίες της, παράλληλα με γνήσιους και αληθινούς ανθρώπους έτοιμους να συνυπάρξουν μαζί της.

Το βιβλίο θεωρώ πως μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό ανάγνωσμα για μαθήματα Βιολογίας (οποιοδήποτε από τα 12 διηγήματα που περιέχονται στη συλλογή), να μπολιάσει στην σκέψη των νέων ανθρώπων την κραυγαλέα αγωνία της φύσης για συνύπαρξη. Δεν το βρίσκω καθόλου νοσταλγικό, ούτε καν βίαιο, είναι όπως ακριβώς συμβαίνει σε μία κοινωνία που συμπράττει και συνυπάρχει με τα στοιχεία της φύσης. Εμείς, οι άνθρωποι των πόλεων έχουμε απομακρυνθεί από όλα αυτά και μας φαίνονται εξωτικά ή ακόμα και μελαγχολικά. Είναι η απλή, καθημερινή ζωή πολλών ανθρώπων, που γίνεται αντιληπτή, χωρίς πρόσθετα, με όλες τις αισθήσεις.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, την εξαιρετική μετάφραση έχει κάνει ο Γιάννης Παλαβός. Συνοδεύεται από σημειώσεις που επιτρέπουν να κατανοήσουμε καλύτερο το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι ιστορίες.

Αρέσει σε %d bloggers: