Ενσυναίσθηση στην πράξη: Πώς διδάσκονται οι δύσκολες αλήθειες στην ιατρική και γιατί αφορά όλους μας

Το άρθρο ανοίγει με μια προσωπική μαρτυρία ασθενούς με καρκίνο μαστού, η οποία περιγράφει πως έλαβε τη διάγνωση και αργότερα κρίσιμες αποφάσεις θεραπείας μέσα σε αποστειρωμένα, απρόσωπα συμφραζόμενα, χωρίς γνήσια επικοινωνία ή φροντίδα. Το πλαίσιο αυτό χρησιμοποιείται για να αναδειχθεί το βασικό επιχείρημα: η ενσυναίσθηση δεν είναι «πολυτέλεια» ή ατομικό χάρισμα, αλλά δεξιότητα που διδάσκεται και αποτελεί θεμέλιο της επαγγελματικής κουλτούρας στην ιατρική. Στην ελληνική πραγματικότητα, σημειώνεται η απουσία συστηματικής εκπαίδευσης στην επικοινωνία δυσάρεστων νέων και στη φροντίδα που βλέπει τον άνθρωπο στο σύνολό του, με αποτέλεσμα κακοπρακτικές ανακοινώσεις σε διαδρόμους ή σχήματα λόγου που πληγώνουν. Το άρθρο επιμένει ότι η «καλή ανακοίνωση» δεν ωραιοποιεί την αλήθεια, αλλά τη μεταφέρει με σεβασμό, σαφήνεια και δομή που επιτρέπει στον/στην ασθενή να κατανοήσει, να ρωτήσει και να πάρει ανάσα. Προτείνεται ως υποδομή η καλλιέργεια σχέσης εμπιστοσύνης, όπου ο/η γιατρός συστήνεται, μιλά απλά, αφουγκράζεται, δίνει χώρο για συναίσθημα και προγραμματίζει επαναληπτική συζήτηση, αντί να «φορτώνει» τα πάντα σε μία επίσκεψη. Η αφηγηματική εστίαση σε συγκεκριμένες φράσεις και στιγμές δείχνει πόσο η γλώσσα και η στάση μπορούν να ενδυναμώσουν ή να συντρίψουν. Η κεντρική θέση: η ενσυναίσθηση σώζει ζωές έμμεσα, ενισχύοντας τη συνεργασία, τη συμμόρφωση και την ψυχική ανθεκτικότητα.
Στη συνέχεια, παρουσιάζεται η οπτική μιας ακαδημαϊκού αιματολογίας που επιβεβαιώνει ότι η επικοινωνία είναι διδάξιμη επιστημονική δεξιότητα και δεν πρέπει να εξαρτάται από το «ταμπεραμέντο» του/της γιατρού. Αναδεικνύονται διεθνή πρωτόκολλα, όπως το SPIKES, που ορίζουν πρακτικά βήματα: προετοιμασία χώρου και ομάδας, αξιολόγηση γνώσεων/προτιμήσεων του/της ασθενούς, παράδοση μηνύματος με ειλικρίνεια, αναγνώριση συναισθήματος, προγραμματισμός επόμενων βημάτων. Η αντίστιξη με την εμπειρία από το NHS (Ηνωμένο Βασίλειο) φανερώνει τη σημασία περιβάλλοντος ιδιωτικότητας, παρουσίας συνοδού εφόσον ζητηθεί, αλλά και μικρών λεπτομερειών (π.χ. χαρτομάντηλα) που αναγνωρίζουν την ανθρώπινη διάσταση. Το ρεπορτάζ υπονοεί ότι τέτοιες πρακτικές δεν είναι τυπικότητες, αλλά στοιχεία ποιότητας φροντίδας. Εδώ εισάγεται το επιχείρημα ότι τα ελληνικά προγράμματα σπουδών χρειάζονται ενσωμάτωση μαθημάτων επικοινωνίας και ηθικής πρακτικής. Η προσέγγιση εναρμονίζεται με τη διεθνή βιβλιογραφία για «breaking bad news», όπου η δομή και η ενσυναίσθηση αποτελούν τον «χρυσό κανόνα». Η συνάφεια με τεκμηριωμένα μοντέλα ενισχύει την πρόταση για θεσμική αλλαγή και επιμόρφωση.
Το ρεπορτάζ μεταφέρει το πλαίσιο ενός θερινού σχολείου («Η Ιατρική πέρα από την επιστήμη») στα Ιωάννινα, όπου νέες/οι γιατροί και φοιτήτριες/ες επιμορφώνονται σε ενσυναίσθηση, επικοινωνία, κριτική ανάγνωση βιβλιογραφίας και αξιοποίηση νέων τεχνολογιών. Ιδιαίτερη ζήτηση συγκεντρώνει η ημέρα για την ενσυναίσθηση, ένδειξη ότι οι ίδιες/οι οι επαγγελματίες αντιλαμβάνονται το έλλειμμα και αναζητούν εργαλεία. Οι μαρτυρίες υπογραμμίζουν ότι η παραδοσιακή εκπαίδευση δίνει έμφαση στην «αριστεία» και τον ανταγωνισμό, όχι όμως στη φροντίδα και τη συν-ρύθμιση συναισθήματος με τον/την ασθενή. Παρουσιάζονται επίσης προβληματισμοί για αποκλεισμούς και διακρίσεις (ΛΟΑΤΚΙ+, ταξικές ανισότητες, γλωσσικές/πολιτισμικές προκαταλήψεις) που αναπαράγει ένα στενά βιοϊατρικό μοντέλο. Έτσι, η ενσυναίσθηση συνδέεται με συμπεριληπτική φροντίδα: σωστές αντωνυμίες, ασφαλές περιβάλλον, αναγνώριση διαφορετικών αναγκών και εμπειριών ζωής. Το άρθρο προσθέτει ότι η συμπερίληψη δεν ωφελεί μόνο τον/την ασθενή, αλλά βελτιώνει και την επαγγελματική ταυτότητα και αυτο-αποτελεσματικότητα του/της γιατρού. Αυτή η διάσταση εμπλέκει κοινωνική δικαιοσύνη και υγεία του πληθυσμού, διευρύνοντας το ερώτημα «πώς» ανακοινώνουμε τα άσχημα νέα σε «ποιον» και «σε ποιο πλαίσιο» τα ανακοινώνουμε. Η συνολική εικόνα είναι ένα κάλεσμα να διδαχθεί η φροντίδα ως επιστημονική και ηθική δεξιότητα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη νευροβιολογική βάση της ενσυναίσθησης, μέσα από παρέμβαση νευροχειρουργού που εξηγεί ότι πρόκειται για δίκτυο εγκεφαλικών περιοχών που ενεργοποιούνται ταυτόχρονα. Η ενσυναίσθηση κινητοποιεί αυτοβιογραφική μνήμη, κέντρα ρύθμισης συναισθήματος/πόνου και εκτελεστικές λειτουργίες λήψης αποφάσεων, δημιουργώντας γέφυρες μεταξύ «λογικής» και «συναισθήματος». Η διδακτική συνέπεια είναι ότι, όπως κάθε σύνθετη δεξιότητα, μπορεί να καλλιεργηθεί με στοχευμένη πρακτική, ανατροφοδότηση και αναστοχασμό. Το ρεπορτάζ αντικρούει την άποψη ότι «η ενσυναίσθηση καίει»· αντιθέτως, παρουσιάζεται ως αντίδοτο στον κυνισμό και την εξουθένωση, όταν συνδυάζεται με υποστηρικτικές εργασιακές συνθήκες. Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι το burnout τροφοδοτείται από υποστελέχωση και χρόνια πίεση, άρα η λύση δεν είναι μόνο «ατομική δεξιότητα» αλλά και οργανωσιακές αλλαγές. Παρ’ όλα αυτά, η καλύτερη επικοινωνία συνδέεται με υψηλότερη συμμόρφωση στη θεραπεία και, κατά συνέπεια, καλύτερα αποτελέσματα υγείας. Έτσι, η ενσυναίσθηση παρουσιάζεται ως παράγοντας ποιότητας και ασφάλειας, όχι μόνο ως «ευγένεια». Η σύνδεση βιολογίας–συμπεριφοράς αναδεικνύει γιατί η συστηματική διδασκαλία της ενσυναίσθησης ανήκει στον πυρήνα της ιατρικής εκπαίδευσης.
Μέσα από πραγματικά σενάρια και ομαδικές ασκήσεις του θερινού σχολείου, οι συμμετέχουσες/οντες καλούνται να βρουν «λέξεις» και «σιωπές» που βοηθούν. Δοκιμάζουν ρόλους (γιατρός–ασθενής–συνοδός) και πλαισιώσεις χώρου/χρόνου που διευκολύνουν την ακρόαση και την επεξεργασία πληροφοριών. Η πρακτική εστιάζει στο να ρωτάμε τι θέλει να μάθει το άτομο, πώς θέλει να ενημερωθεί και ποιοι είναι οι φόβοι/στόχοι του. Τονίζεται ότι η πρώτη επίσκεψη δεν πρέπει να «κλείνει» όλα τα ερωτήματα· αντιθέτως, καλό είναι να υπάρχει επαναληπτικό ραντεβού, ώστε να καταλαγιάσει το συναίσθημα και να αναδυθούν ώριμες απορίες. Προσκαλείται η συνειδητή αποφυγή υποκοριστικών, στερεοτύπων και φράσεων «παρηγοριάς» που ακυρώνουν τον πόνο. Προκρίνεται η απλή γλώσσα, η ειλικρίνεια, οι παύσεις, η αναγνώριση συναισθήματος και ο ρεαλιστικός σχεδιασμός επόμενων βημάτων. Η μεθοδολογία αυτή ευθυγραμμίζεται με τα διεθνή «εργαλεία» ανακοίνωσης δυσάρεστων ειδήσεων. Καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για επαγγελματική κουλτούρα που χρειάζεται θεσμική στήριξη, όχι για μεμονωμένες καλές προθέσεις.
Το άρθρο δίνει φωνή και σε γιατρούς/γιατρίνες που μελετούν τις ανισότητες πρόσβασης στην υγεία, ιδίως σε ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, αλλά και σε ανθρώπους που ζουν φτώχεια, ανασφάλεια στέγης ή βία. Εδώ, η «κακή ανακοίνωση» δεν είναι μόνο ζήτημα τρόπου, αλλά και συστημικό φαινόμενο που ενισχύει τον αποκλεισμό και απομακρύνει τους ανθρώπους από το σύστημα υγείας. Η συμπεριληπτική φροντίδα περνά από λεπτομέρειες, όπως ο σεβασμός στις αντωνυμίες και η αποφυγή μικρο-επιθέσεων, έως τη διασφάλιση ιδιωτικότητας και συνοδού επιλογής του/της ασθενούς. Η έμφαση στη διαθεματικότητα δείχνει ότι «ένα μέγεθος δεν ταιριάζει σε όλους» και η επικοινωνία πρέπει να προσαρμόζεται στον άνθρωπο και το κοινωνικό του πλαίσιο. Τέτοια παραδείγματα αναδεικνύουν την ανάγκη εκπαίδευσης που ενώνει βιοϊατρική γνώση και κοινωνική κατανόηση. Το ρεπορτάζ υποστηρίζει ότι η ενσυναίσθηση βελτιώνει και την επαγγελματική αυτοπεποίθηση, καλλιεργώντας αίσθηση νοήματος. Ο τελικός στόχος είναι να πάψουν οι «καλές πρακτικές» να είναι ζήτημα τύχης και να γίνουν κανόνας. Η μαρτυρία της ασθενούς που «βρήκε επιτέλους γιατρό που ακούει» λειτουργεί ως απόδειξη ότι η αλλαγή είναι εφικτή και μεταδοτική.
Σημαντικό είναι ότι το ρεπορτάζ δεν μένει σε κριτική, αλλά δείχνει έτοιμες δομές μετασχηματισμού: θερινό σχολείο, συνέργειες πανεπιστημίου–ερευνητικών οργανισμών, πρακτικά πρωτόκολλα, εργαστήρια ρόλων, κριτική μελέτη βιβλιογραφίας. Αυτές οι δομές μπορούν να κλιμακωθούν: προπτυχιακά μαθήματα, κλινικά σεμινάρια, εσωτερικά πρωτόκολλα νοσοκομείων, αξιολόγηση δεξιοτήτων επικοινωνίας σε OSCEs. Η αφήγηση υποδεικνύει ότι η ποιότητα επικοινωνίας δεν είναι «μαλακό» προσόν, αλλά κρίσιμος δείκτης ποιότητας υγείας, με μετρήσιμα αποτελέσματα (π.χ. συμμόρφωση, παρακολούθηση ραντεβού). Η σύμπλευση με διεθνή τεκμήρια προσφέρει νομιμοποίηση στις προτεινόμενες αλλαγές και αποφεύγει την προσκόλληση σε «εθνικές ιδιαιτερότητες» ως άλλοθι αδράνειας. Η θεσμική αλλαγή συνεπάγεται και υποστήριξη προσωπικού (ψυχολογικές υπηρεσίες για γιατρούς), ώστε η ενσυναίσθηση να ανθίζει αντί να στραγγίζει. Το ρεπορτάζ πλαισιώνει την ενσυναίσθηση ως δεξιότητα που υπηρετεί την αλήθεια και τον σεβασμό, όχι ως «συναισθηματισμό». Αναγνωρίζει, βέβαια, ότι απαιτείται πολιτική βούληση και αναθεώρηση προτεραιοτήτων. Η διδασκαλία ενσυναίσθησης είναι η αρχή μιας κουλτούρας φροντίδας που αγκαλιάζει ασθενείς και επαγγελματίες
Η σύνδεση με την εκπαιδευτική πράξη (ευρύτερα, ακόμα και πριν την Ιατρική) αναδύεται από τις ίδιες τις μεθόδους του θερινού σχολείου: βιωματικότητα, σενάρια, ανατροφοδότηση, συνεργατική επίλυση προβλημάτων. Αυτός ο «παιδαγωγικός σκελετός» μπορεί να μεταφερθεί και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, π.χ. σε μάθημα Βιολογίας που αγγίζει βιοηθική, δημόσια υγεία, ανισότητες και επικοινωνία επιστήμης. Καθώς οι μαθήτριες και οι μαθητές συχνά ρωτούν «γιατί να το μάθω;», τέτοια σενάρια δείχνουν έμπρακτα ότι η βιολογία είναι και ανθρώπινες σχέσεις, όχι μόνο μόρια και κύτταρα. Η κατανόηση της ενσυναίσθησης ως εγκεφαλικής και συμπεριφορικής λειτουργίας δίνει γέφυρα μεταξύ νευροβιολογίας και κοινωνικής επιστήμης. Οι ρόλοι και οι προσομοιώσεις επιτρέπουν στα παιδιά να βιώσουν την οπτική του άλλου και να εξασκηθούν σε δεξιότητες ακρόασης και καθαρής διατύπωσης. Η προσέγγιση ενθαρρύνει και τη μεταγνώση: τι έκανα καλά; πού αντέδρασα αμυντικά; πώς θα βελτιωθώ; Έτσι καλλιεργείται επιστημονικός γραμματισμός με ανθρωποκεντρική διάσταση. Η τάξη γίνεται ασφαλές μικρο-περιβάλλον για να πειραματιστούμε με «δύσκολες συνομιλίες».
Προς το τέλος, το άρθρο επιστρέφει στο όραμα μιας κοινωνίας με περισσότερη φροντίδα και θέτει το ερώτημα: πού μας οδηγούν αξίες χωρίς φροντίδα; Η ρητορική κορύφωση συνδέει ατομική δεξιότητα, επαγγελματική πρακτική και κοινωνικό συμβόλαιο. Η ενσυναίσθηση δεν αντικαθιστά την επιστημονική επάρκεια· γίνεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο η γνώση «πιάνει τόπο». Τονίζεται ότι η φροντίδα δεν είναι «γυναικεία υπόθεση» αλλά επαγγελματική στάση. Εισάγεται η ανάγκη θεσμικής κατοχύρωσης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ώστε ο/η «καλός/ή γιατρός» να σημαίνει και «καλός/ή στην ανακοίνωση δύσκολων αληθειών». Η προσωπική ιστορία κλείνει με ελπίδα, επιβεβαιώνοντας ότι η αλλαγή σχέσης αλλάζει την εμπειρία ασθένειας. Το κείμενο αφήνει ανοιχτή πρόσκληση: από τα θερινά σχολεία μέχρι τις κλινικές, η ενσυναίσθηση μπορεί να διδαχθεί, να μετρηθεί, να καλλιεργηθεί. Πρόκειται για επένδυση στη δημόσια υγεία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. (Press Project)
Συνολικά, το ρεπορτάζ χαρτογραφεί ένα «οικοσύστημα» αλλαγής: μαρτυρίες, ακαδημαϊκές φωνές, πρωτόκολλα, εργαστήρια, κοινωνική διάσταση, νευροβιολογία της ενσυναίσθησης. Ενώνει την πρακτική του «breaking bad news» με συμπερίληψη, αντι-στερεοτυπικό βλέμμα και θεσμική εκπαίδευση. Επιχειρηματολογεί ότι η καλή ανακοίνωση είναι τεχνική+στάση: σαφήνεια, τιμιότητα, χώροι και χρόνοι που σέβονται τον άνθρωπο. Η σύγκλιση με διεθνή παραδείγματα προσφέρει οδικό χάρτη μεταφοράς καλών πρακτικών. Στον ελληνικό χώρο, η πρόκληση είναι να αναβαθμιστεί το πρόγραμμα σπουδών και να ενισχυθεί η ψυχοκοινωνική υποστήριξη του προσωπικού. Η νευροβιολογική τεκμηρίωση αφαιρεί το επιχείρημα της «έμφυτης» ή «ανέκπαιδευτης» ενσυναίσθησης. Η σπειροειδής εκπαίδευση και τα επαναλαμβανόμενα σενάρια βελτιώνουν ικανότητες και ανθεκτικότητα. Η «κουλτούρα φροντίδας» προβάλλει ως αναγκαία συνθήκη για ανθρώπινα και αποτελεσματικά συστήματα υγείας.
Πηγή άρθου: The Press Project, 1 Νοεμβρίου 2025. (Press Project)
Προτεινόμενη διερευνητική δεξιότητα
Σχεδιασμός και αξιολόγηση πρωτοκόλλων επικοινωνίας (διατύπωση υποθέσεων για το τι βελτιώνει/επιδεινώνει την κατανόηση και την αποδοχή ενός δυσάρεστου μηνύματος, συλλογή/ανάλυση δεδομένων από προσομοιώσεις).
Διδακτική αξιοποίηση – Διερευνητική μάθηση
Θέμα: «Πώς ανακοινώνουμε δύσκολες βιολογικές αλήθειες με επιστημονική ακρίβεια και ανθρώπινη φροντίδα;»
Στόχοι: κατανόηση νευροβιολογίας ενσυναίσθησης, εφαρμογή δομημένου πρωτοκόλλου ανακοίνωσης, αναστοχασμός για συμπερίληψη.
1. Ερέθισμα/Προβληματισμός (5’)
Μικρό απόσπασμα από το ρεπορτάζ (ή ανώνυμο, παραφρασμένο βίωμα) και δύο αντίθετα μικρο-σενάρια ανακοίνωσης (ψυχρό vs. ενσυναισθητικό). Ερώτημα: «Τι αλλάζει στη συμπεριφορά του/της ασθενούς και γιατί;». Συνδέεις με SPIKES και με τα σημεία του άρθρου.
2. Διατύπωση ερωτημάτων/Υποθέσεων (5’)
Ομάδες 3–4 ατόμων διατυπώνουν υποθέσεις: π.χ. «Η προειδοποίηση και η παύση πριν από τη διάγνωση μειώνουν το άγχος και αυξάνουν τις ερωτήσεις», «Η συμπερίληψη συνοδού αυξάνει την κατανόηση». Καθορίζουν δείκτες μέτρησης (πλήθος/ποιότητα ερωτήσεων, ορθότητα αναδιατύπωσης).
3. Σχεδιασμός «πειράματος» (5’)
Κάθε ομάδα γράφει ένα μικρό σενάριο ανακοίνωσης (π.χ. χρόνιο νόσημα που απαιτεί αλλαγές τρόπου ζωής). Ορίζουν δύο εκδοχές: Α (χωρίς δομή) και Β (με δομή τύπου SPIKES, απλή γλώσσα, αναγνώριση συναισθήματος, επόμενο ραντεβού).
4. Συλλογή δεδομένων – Προσομοίωση (10–12’)
Ρόλοι: «γιατρός/γιατρίνα», «ασθενής», «παρατηρητής/τρια». Παίζουν και τις δύο εκδοχές. Ο/Η παρατηρητής/τρια καταγράφει δείκτες (π.χ. «έκανε προειδοποίηση;», «έδωσε χρόνο για συναίσθημα;», «υπήρξε περίληψη/σχέδιο;»).
5. Ανάλυση/Ερμηνεία (10–12’)
Συγκρίνουν Α vs Β στα συμφωνημένα κριτήρια. Συζητούν τι λειτούργησε, τι όχι, και πώς προσαρμόζουμε τη γλώσσα για διαφορετικά ακροατήρια (ηλικία, πολιτισμικό πλαίσιο, ΛΟΑΤΚΙ+ συμπερίληψη). Συνδέουν με τα παραδείγματα/ευρήματα του άρθρου για εμπιστοσύνη, συμμόρφωση, ανθεκτικότητα.
6. Συμπέρασμα (5’)
Κάθε ομάδα συνθέτει «3 αρχές καλής ανακοίνωσης» και ένα μικρό «script» 2–3 προτάσεων που ενσωματώνει σαφήνεια+φροντίδα.
7. Αναστοχασμός/Επέκταση (3–5’)
Mini–exit ticket: «Ποια φράση θα αποφύγεις και ποια θα υιοθετήσεις;» Προτείνεται ως επέκταση σύντομη γραπτή κριτική πραγματικού φυλλαδίου ενημέρωσης ασθενών (απλή γλώσσα, τμηματοποίηση, σύνοψη).
Υλικά: κάρτες SPIKES/σημειώσεις, ρουμπρίκα παρατήρησης, παραδείγματα ουδέτερου λεξιλογίου.
Αξιολόγηση: ρουμπρίκα 4 κριτηρίων (δομή–σαφήνεια–αναγνώριση συναισθήματος–συμπερίληψη).
Διαφοροποιημένη διδασκαλία (45’, σταθμοί–επιλογές)
- Σταθμός Α (Οπτικοποιήσεις): Δημιουργία «χάρτη ροής» ανακοίνωσης (flowchart) με checkpoints: προετοιμασία, προειδοποίηση, μήνυμα-πυρήνας, παύση, αναγνώριση συναισθήματος, σύνοψη, σχέδιο επόμενου ραντεβού.
- Σταθμός Β (Λεκτικό/Δραματουργία): Σύνθεση διαλόγου 90’’ που μετατρέπει «δύσκολες» φράσεις σε ουδέτερες/ενσυναισθητικές (π.χ. αποφυγή «μην ανησυχείς» → «ακούω ότι σε ανησυχεί…»).
- Σταθμός Γ (Δεδομένα & Τεκμήρια): Ανασκόπηση σύντομων abstracts για breaking bad news και σημείωση 3 τεκμηρίων υπέρ της δομημένης ανακοίνωσης (π.χ. συμμόρφωση στη θεραπεία, κατανόηση οδηγιών).
- Σταθμός Δ (Συμπερίληψη): Ανασχεδιασμός μηνύματος για διαφορετικές ταυτότητες/ανάγκες (έφηβος/η, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο, άτομο με χαμηλό υγειονομικό γραμματισμό), με προσοχή στις αντωνυμίες και στην προσβασιμότητα.
Σκαλωσιές: λίστα λέξεων–παγίδων, παραδείγματα απλής γλώσσας, πρότυπα scripts, «καρτέλες συναισθημάτων» για την αναγνώριση/αντανάκλαση.
Ισοδύναμα παραδοτέα: flowchart, μικρο-διάλογος, καρτέλα τεκμηρίων, πλάνο συμπερίληψης· κοινή ρουμπρίκα (σαφήνεια, τεκμηρίωση, σεβασμός, εφαρμοσιμότητα).
Είπαν